Πρόγραμμα

Αναλυτικές λεπτομέρειες του προγράμματος
0
0
0
s2sdefault

Η αφηγηματική θεολογία, η Παράδοση της Εκκλησίας και η ανθρώπινη ύπαρξη

Σε μία εποχή ραγδαίων ανακατατάξεων και μεταβολών στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, της μετανεωτερικότητας και της πολυπολιτισμικότητας, η Ορθοδοξία βρίσκεται αντιμέτωπη με ριζικά καινούργιες προκλήσεις, οι οποίες είναι άγνωστες ή έστω πολύ διαφορετικές σε σχέση με την ιστορική της εμπειρία και διαδρομή κατά τις δύο πρώτες χιλιετίες. Παρά τις όποιες, διστακτικές ή μη, απόπειρες διαλόγου και ανοίγματος στην περιβάλλουσα πραγματικότητα, η ορθόδοξη θεολογία εξακολουθεί, κατά κύριο λόγο, να αποφεύγει την κριτική και δημιουργική συνάντηση με τα σύγχρονα ρεύματα της δυτικής φιλοσοφικής και θεολογικής διανόησης, υιοθετώντας συχνά ερμηνευτικά σχήματα και προτάσεις, που εκφράζουν έναν τουλάχιστον αναχρονιστικό τρόπο προσέγγισης και ερμηνείας του νοήματος και της αλήθειας του είναι και της ιστορίας.

Ανέκαθεν, αλλά ιδίως κατά τη διάρκεια του πρόσφατου παρελθόντος, η αναζήτηση της κατάλληλης ερμηνευτικής μεθόδου για την προσπέλαση της κειμενικής και ιστορικής παράδοσης βρέθηκε στο επίκεντρο, τόσο του θύραθεν, όσο και του θεολογικού προβληματισμού. Απέναντι στην ισχυρή τάση της ακραίας εξειδίκευσης και του κατακερματισμού του κόσμου, όπως και της υποβάθμισης της αυθεντίας των μεγάλων ιστορικών αφηγήσεων από το μετα-νεωτερικό παράδειγμα, οι Εκκλησίες αναζητούν συχνά νέους τρόπους κριτικής πρόσληψης της πραγματικότητας και επικαιροποίησης του μηνύματός τους. Στο πλαίσιο αυτό και λόγω της αλματώδους ανάπτυξης που παρουσιάζει στην εποχή μας, ήδη από τη δεκαετία του ᾽80, η χρήση της αφηγηματικής κριτικής και του αφηγηματικού λόγου που γνωρίζει ήδη άνθηση στις επιστήμες που επεξεργάζονται κείμενα λογοτεχνικά κ.ά., φαίνεται ότι μπορούν να βρουν εφαρμογή και στον χώρο της συστηματικής και φιλοσοφικής θεολογίας γενικότερα και των βιβλικών σπουδών ειδικότερα. Ο αφηγηματικός τρόπος προσέγγισης της σχετικής κειμενικής παράδοσης δίνει προτεραιότητα στην ανάδειξη του βιωματικού στοιχείου, που στηρίζεται στην εμπειρία της συγκεκριμένης κοινότητας και όχι στην άνωθεν επιβαλλόμενη αυθεντία ενός μεταφυσικού και νοησιαρχικού στοχασμού, λαμβάνοντας έτσι σοβαρά υπ’ όψιν όχι μόνο τις διανοητικές ικανότητες ή σωματικές δεξιότητες των ανθρώπων, αλλά πρωτίστως τις ιδιαιτερότητες, τις σωματικές αδυναμίες και τα προβλήματά τους, τον ψυχικό τους κόσμο, τελικά τον «όλον» άνθρωπο, θυμίζοντας εν πολλοίς μία κατεξοχήν πατερική στάση. Πρόκειται για μία αναδυόμενη και πολλά υποσχόμενη κατεύθυνση της θεολογίας, την αφηγηματική θεολογία, η οποία, έχοντας αποκτήσει και μία σχετική αυτοτέλεια, επιχειρεί να προσπελάσει ερμηνευτικά τον πυρήνα του χριστιανικού μηνύματος, όπως αυτός αποτυπώνεται στα βιβλικά, αγιολογικά, λειτουργικά κ.ά. κείμενα των εκκλησιαστικών κοινοτήτων, αξιοποιώντας τον δυναμισμό της αφήγησης, η οποία φαίνεται ότι εκφράζει εξ ορισμού έναν περισσότερο υπαρξιακό τρόπο πρόσληψης, κατανόησης και μετάδοσης των αληθειών της εκάστοτε κοινότητας σχετικά με τον Θεό και τον κόσμο. Μία τέτοια ερμηνευτική πρόταση μοιάζει να βρίσκεται στον αντίποδα της κυρίαρχης, ακόμη και σήμερα στην ανατολική Ορθοδοξία, σχολαστικής προσέγγισης της αλήθειας, η οποία θεμελιώνεται σε ορισμένες a priori παραδεδομένες προτάσεις. Αντίθετα, υιοθετεί μία περισσότερο σαρκωτική και εμπειρική προοπτική, η οποία λαμβάνει υπ’ όψιν, τις δυνατότητες και ανάγκες συγκεκριμένων ανθρώπων και κοινοτήτων, που καλούνται να διαλεχτούν και τελικά να υποδεχθούν το σωτηριολογικό μήνυμα της Βασιλείας.

Μιλώντας για τη σημασία και την ιδιαίτερη χρησιμότητα της αφήγησης στην ερμηνευτική, αυτή φαίνεται ότι βρίσκει ιδιαίτερα πρόσφορο έδαφος εφαρμογής στην ερμηνεία των κειμένων της Αγίας Γραφής αλλά και σε άλλες όψεις της θεολογίας (ηθική, λατρεία, κ.ά.). Ως αφηγηματικά κείμενα θεωρούνται όλα τα κείμενα τα οποία διηγούνται ή υπονοούν κάποια ιστορία. Με την έννοια αυτή, αφηγηματικά κείμενα θεωρούνται όλα τα βιβλία της Αγίας Γραφής, αλλά και κείμενα που σχετίζονται με βίους αγίων ή και λειτουργικά κείμενα. Στόχος της αφηγηματικής μεθόδου είναι η εξέταση των μορφολογικών, κυρίως, χαρακτηριστικών των αφηγηματικών κειμένων, προκειμένου να έρθουν στην επιφάνεια πτυχές του νοήματος και της αλήθειας που εκφράζουν, όπως επίσης και η επίδραση που ασκούν στους εν δυνάμει αναγνώστες (πιστοί, ανεξαρτήτως εγγραμματοσύνης ή όχι, φυσικής ή όχι ικανότητας, αλλά και ο σύνολος κόσμος, καθώς και ο δημόσιος χώρος), που δεν μπορούν να προσπελαστούν με κλασικούς ερμηνευτικούς τρόπους (λ.χ. η ιστορικο-κριτική μέθοδος). Ένα από τα κεντρικά στοιχεία που εισάγει η υιοθέτηση της αφήγησης έγκειται στη διάσταση της συγχρονίας, η οποία σε αντιδιαστολή προς τη διαχρονία, θεωρεί το εκάστοτε κείμενο, που εξετάζει ως ένα ενιαίο όλο με συνοχή, λογικό ειρμό και αισθητική αξία, το οποίο κείμενο εκφράζει εν συνόψει την πίστη μίας ορισμένης κοινότητας και τον τρόπο που αυτή βλέπει τον εαυτό της, τον Θεό, τον κόσμο και την ιστορία. Οι αφηγήσεις, προκειμένου να εκφράσουν με τον δέοντα τρόπο την πίστη της κοινότητας, αλλά και να επιδράσουν σε κάποιον αναγνώστη,  χρησιμοποιούν συχνά τις ποικίλες τεχνικές και μεθόδους της ρητορικής και της κριτικής της ανταπόκρισης του αναγνώστη.

Ένα από τα θεμελιώδη και ίσως πιο αμφιλεγόμενα, στοιχεία της αφηγηματικής μεθόδου είναι και η διάκριση μεταξύ πραγματικού (όπου πραγματικά ζούμε) και αφηγηματικού κόσμου (του κειμένου). Είναι γνωστό, ότι η αφηγηματική θεωρία ενδιαφέρεται πρωτίστως για τον δεύτερο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι αδιαφορεί πλήρως για την ιστορική διάσταση των δεδομένων, των γεγονότων και των προσώπων που αναφέρονται, υπονοούνται ή προϋποτίθενται στην αφήγηση. Ωστόσο θέτει τη διάσταση αυτή σε δεύτερη μοίρα, χρησιμοποιώντας την στον βαθμό που εξυπηρετεί την κατανόηση του αφηγηματικού κόσμου, στον οποίο και εστιάζει την προσοχή της. Μία τέτοια διάσταση φαίνεται να απηχεί τον μετα-ιστορικό χαρακτήρα της ορθόδοξης (λειτουργικής) παράδοσης, η οποία δίνει προτεραιότητα στην ερχόμενη Βασιλεία, κατανοώντας τη σχέση με την ιστορία με έναν διαλεκτικό τρόπο. Η φαινομενική υποτίμηση της ιστορίας από την αφηγηματική μέθοδο (συχνά δε και από την Ορθόδοξη Εκκλησία) δεν θα πρέπει, ωστόσο να εκληφθεί ως ριζική απόρριψη της ιστορικής προοπτικής. Από την άλλη μεριά, η σημασία που αποδίδεται στο βίωμα και την έκφραση της εμπειρίας διαθέτει μία δυναμική, η οποία μπορεί να καταστήσει το ευαγγελικό μήνυμα, αλλά και τις αλήθειες που περιέχονται στην πλούσια κειμενική παράδοση της Ορθοδοξίας –και ειδικά στα αγιολογικά κείμενα, τόσο προσφιλή και διδακτικά για τον πιστό– περισσότερο οικείες στον σύγχρονο ακροατή και αναγνώστη (υπονοούμενος ακροατής, συγγραφέας), ο οποίος δεν αποδέχεται πλέον, χωρίς διερώτηση, καμία άνωθεν αυθεντία. Παρά τις όποιες επιφυλάξεις (λ.χ. κίνδυνος σχετικισμού ή υποτίμησης της ιστορίας), η αφηγηματική οδός προσφέρει μηχανισμούς καλύτερης κατανόησης του κειμένου καθεαυτό στην εκάστοτε συγχρονία, απαντώντας έτσι με επιτυχία σε διαφορετικές αφορμές και απευθυνόμενο σε ποικίλο κοινό, γεγονός που μπορεί να αναδείξει την πολυδιάστατη δυναμική (λ.χ. θεραπευτική) του κειμένου ανάλογα με το ποιος και από ποια οπτική γωνία το διαβάζει. Στο πλαίσιο αυτό το ιδιαίτερο βίωμα, η εμπειρία και ο σύνολος ψυχολογικός κόσμος του ανθρώπου στον οποίο απευθύνεται, αποκτούν εξέχουσα θέση.

Με την αξιοποίηση της αφηγηματικής μεθόδου και κριτικής, η ορθόδοξη θεολογία, χωρίς σε καμία περίπτωση να θολώσει το όραμα της ερχόμενης εσχατολογικής Βασιλείας, καλείται να αξιοποιήσει μία από τις πλέον συγκαιρινές ερμηνευτικές προτάσεις, έτσι ώστε να καταστήσει σωτηριολογικά αποτελεσματικό το μήνυμα του Ευαγγελίου, το οποίο θεμελιώνεται κατεξοχήν στην εμπειρία του πασχάλιου μυστηρίου στη ζωή της ευχαριστιακής κοινότητας, όπου όλοι οι άνθρωποι χωρίς διακρίσεις κοινωνικού, φυλετικού ή άλλου είδους καλούνται να μετάσχουν. Η πλούσια κειμενική παράδοση και η ζωντανή πίστη που βιώνεται όχι ως άσαρκη ιδεολογία, αλλά ως σωστική αλήθεια στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, αποτελούν στοιχεία που μπορούν να συντονιστούν με τις πλέον εξελιγμένες τεχνικές της αφηγηματικής μεθόδου, στην προσπάθεια της Εκκλησίας να αποφύγει την περιθωριοποίηση και τον κατακερματισμό σε έναν κόσμο, ο οποίος διαρκώς αλλάζει.

Στο πνεύμα αυτό η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, συνεχίζοντας την παράδοση κριτικού αναστοχασμού επίκαιρων θεμάτων θεολογικού και ευρύτερα κοινωνικο-πολιτισμικού προβληματισμού, προγραμματίζει για το τρέχον έτος 2018-2019 σειρά εκδηλώσεων, διαλέξεων, βιβλιοπαρουσιάσεων, ημερίδων και συνεδρίων σε συνεργασία με άλλους ορθόδοξους ή διαχριστιανικούς φορείς, ινστιτούτα και θεολογικές σχολές, με θέματα όπως «Ενοχή και Συγχώρηση», «Εκκλησιαστικά Κειμήλια: Από τη λειτουργική χρήση στη μουσειακή προβολή;», «Βίβλος, Εκκλησίες και πνευματικότητα σε έναν (μη-) εκκοσμικευμένο κόσμο», «Ο Ανατολκός Χριστιανισμός μεταξύ θεολογίας και κοινωνικής ανθρωπολογίας», «Τι είναι Θεολογία; Το ερώτημα της ερμηνευτικής στην Ορθόδοξη Θεολογία», «Αναπηρία, Εκκλησία και Κοινωνία», «Μορφές χριστιανικών αφηγηματικών κειμένων: Θεολογικές και θύραθεν προσεγγίσεις», κ.ά.

To πρόγραμμα

Μπορείτε να κατεβάσετε το πρόγραμμα σε ηλεκτρονική μορφή
Κατεβάστε το αρχείο
  • Default
  • Title
  • Date
  • Random
load more hold SHIFT key to load all load all