0
0
0
s2sdefault

Μητροπολίτου Δημητριάδος Ιγνατίου

 

Σκέψεις πάνω στις σχέσεις Εκκλησίας και κράτους σήμερα
Εισήγηση στην εκδήλωση του περιοδικού «Σύναξη»:
«Για τον αναστοχασμό των σχέσεων κράτους-Εκκλησίας»

Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, 22-2-2010

Εισαγωγικά

Το ζήτημα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας επανέρχεται διαρκώς με ποικίλες αφορμές στην επικαιρότητα του δημόσιου διαλόγου. Αφενός μεν η σοβαρότητα του θέματος, αφετέρου δε η ποικιλία των σχετικών απόψεων, επιβάλλουν την αναγκαιότητα μιας εμπεριστατωμένης και προσεκτικής, χωρίς προκαταλήψεις και ιδεολογικές αγκυλώσεις, εξέτασης των επιμέρους θεμάτων που συναπαρτίζουν το σύνθετο αυτό ζήτημα. Χωρίς να δεσμεύω σε καμιά περίπτωση με τις προσωπικές μου απόψεις τη θέση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, της μόνης αρμόδιας για τις τελικές αποφάσεις, επιθυμώ στο πλαίσιο της ξεχωριστής αυτής ανοικτής συζήτησης που διοργανώνεται από το περιοδικό «Σύναξη», με την παρουσία εκλεκτών προσκεκλημένων, να καταθέσω σκέψεις με την ελπίδα να αποτελέσουν αφετηρία προς την κατεύθυνση μιας αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας.

Το πλαίσιο της συζήτησης σήμερα

Φαίνεται να έχουν ωριμάσει πλέον οι συνθήκες, ώστε η Εκκλησία όχι μόνο να μην αρνηθεί, αλλά, εφ όσον προετοιμαστεί κατάλληλα, να αναλάβει η ίδια την πρωτοβουλία για μια διεξοδική συζήτηση του ακανθώδους ζητήματος που επιγράφεται «σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας». Στις μέρες μας η Εκκλησία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια εντελώς καινούργια κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα η οποία οφείλεται είτε σε ποικίλα τρέχοντα γεγονότα της επικαιρότητας που εμφανίζονται για πρώτη φορά είτε στον πολιτικό προσανατολισμό του νεοελληνικού κράτους, ιδίως μέσα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προς μια προοπτική κοσμικής δημοκρατίας βασικό χαρακτηριστικό της οποίας είναι η θρησκευτική ελευθερία και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είτε λόγω των ευρύτερων ανακατατάξεων που συνδέονται με την παγκοσμιοποίηση, την πολυπολιτισμικότητα και τη μετανεωτερικότητα. Πορευόμενη μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο η Εκκλησία (προ)καλείται, πρωτίστως λόγω της εσχατολογικής και ευχαριστιακής της ταυτότητας και αυτοσυνειδησίας, να αναστοχαστεί και να προβληματιστεί ως προς πλήθος ζητημάτων που εξακολουθούν να εκκρεμούν στη σχέση της με την Πολιτεία. Και μια τέτοια πρωτοβουλία οφείλει η Εκκλησία να την αναλάβει σε μια εποχή, κατά την οποία οι εξελίξεις είναι ραγδαίες σε παγκόσμιο αλλά και τοπικό επίπεδο. Μια εποχή, όπου η θρησκεία από τη μια διεκδικεί εκ νέου σημαντικό ρόλο στη δημόσια σφαίρα, όχι ωστόσο πάντοτε χωρίς προβλήματα, ενώ από την άλλη οι σύγχρονες, μη ομογενείς κοινωνίες, επιδιώκουν την ειρηνική συμβίωση και το σεβασμό της ετερότητας. Ζώντας και διακονώντας λοιπόν μέσα σε μια τέτοια πραγματικότητα, μια αμυντική στάση ή ακόμη περισσότερο μια επιθετική πολιτική από πλευράς Εκκλησίας δεν θα μπορούσε να δικαιωθεί.

Φαίνεται πως στις μέρες μας, όλο και περισσότερο —όπως φάνηκε και από τα δύο πρόσφατα τεύχη της «Σύναξης» και μάλιστα από την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση ανθρώπων της Εκκλησίας και νομικών που δημοσιεύεται— το ζήτημα των σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας δεν τίθεται τόσο με όρους ριζικού χωρισμού, όπως ίσως γινόταν παλαιότερα. Αντιθέτως, γίνεται μάλλον λόγος για την ανάγκη προσδιορισμού και νέας ρύθμισης των διακριτών ρόλων, που έτσι κι αλλιώς οφείλουν να έχουν οι δύο θεσμοί. Απαιτείται επομένως μια συλλογική και σοβαρή προσπάθεια, προκειμένου να τεθούν καλόπιστα όλα τα ζητήματα, από τα πιο απλά μέχρι και τα πιο σύνθετα, με στόχο την εξεύρεση μιας κοινά αποδεκτής και προς όφελος τελικά του ίδιου του λαού λύσης.

Βασικοί θεματικοί άξονες για τη συζήτηση-παραδείγματα

Πριν προχωρήσουμε στη συζήτηση συγκεκριμένων ζητημάτων που τίθενται στο πλαίσιο του προσδιορισμού των σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας, ας μου επιτραπεί να σημειώσω στο σημείο αυτό, ότι στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών που λειτουργεί στα όρια της Μητροπόλεως Δημητριάδος στο Βόλο, έχουμε από ετών ασχοληθεί, σε επίπεδο συνεδρίων και ημερίδων, τόσο με το θέμα των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας, όσο και με συναφή θέματα που συνδέονται αδιάσπαστα με την παρούσα συζήτηση (Ορθοδοξία και Νεωτερικότητα, Ορθοδοξία και Πολυπολιτισμικότητα, Εκκλησία και Εθνικισμός, Ορθοδοξία και ετερότητα, κ. ά.). Έχοντας υπόψη την πολύτιμη αυτή εμπειρία, θα ήθελα να διατυπώσω κάποιες ενδεικτικές προσωπικές προτάσεις πάνω σε ορισμένα επιμέρους θέματα. Τέτοια θέματα διαλόγου μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας είναι μεταξύ άλλων: το νομικό καθεστώς της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα, το ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας, θέματα θρησκευτικής εκπαίδευσης και πολιτισμού, όπως και μια σειρά ζητημάτων συμβολικού κυρίως χαρακτήρα.

α) Νομικό καθεστώς της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Από πολλές πλευρές προβάλλεται η άποψη ότι δεν μπορεί η Εκκλησία να εξακολουθήσει να αντιμετωπίζεται από νομικής απόψεως ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.). Με άλλα λόγια γίνεται λόγος για το αυτονόητο· για το κατά πόσο δηλαδή, η Εκκλησία μπορεί να εκλαμβάνεται ως μια απλή υπηρεσία του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ως μία «θρησκευτική» ΔΕΚΟ δηλαδή, η οποία αναγκαστικά δεσμεύεται από το πλαίσιο λειτουργίας, τις διοικητικές και οικονομικές ρυθμίσεις και υποχρεώσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αλλά και που φαίνεται να δεσμεύει, ορισμένες φορές, την δημόσια και κρατική ζωή με τις αρχές και τα πιστεύω της. Γι’ αυτό και όπως έχει παρατηρηθεί, συχνά όχι άδικα, ένα τέτοιο νομικό καθεστώς παγιώνει μάλλον νοοτροπίες και καταστάσεις, που δεν συνάδουν με το πνεύμα των διακριτών ρόλων που από κοινού επιδιώκεται.

Αναμφίβολα, από καθαρά εκκλησιολογική άποψη, ο χαρακτηρισμός της Εκκλησίας ως Ν.Π.Δ.Δ. φαίνεται ότι δεν μπορεί να δικαιωθεί σε κανένα επίπεδο. Η Εκκλησία δεν συνιστά πρωτίστως ένα κοσμικό θεσμό, λ.χ. έναν κοινωφελή οργανισμό, αλλά εξάπαντος ένα τρόπο υπάρξεως που αντλεί την ταυτότητά του από την ερχόμενη Βασιλεία του Θεού. Η Εκκλησία είναι εν τω κόσμω, ζει και δραστηριοποιείται εντός του κόσμου και της Ιστορίας, χωρίς όμως να είναι εκ του κόσμου, καθώς αντλεί την ύπαρξή της από μια μετα-ιστορική πραγματικότητα, τη Βασιλεία του Θεού. Έτσι η Εκκλησία δεν μπορεί παρά να βρίσκεται πάντοτε σε ένα είδος διαλεκτικής σχέσης προς τον κόσμο και τους κοσμικούς θεσμούς, και άρα και προς την Πολιτεία. Το ότι όμως η Εκκλησία «ζει εν τω κόσμω αλλά δεν είναι εκ του κόσμου», σημαίνει για το θέμα που μας απασχολεί ότι οφείλει να αναπτύσσει ζωντανές σχέσεις με το περιβάλλον της, προσλαμβάνοντας κατά τρόπο διαλεκτικό και προφητικό στοιχεία του κόσμου, χωρίς όμως και να ταυτίζεται τελικά με τον κόσμο. Έτσι και στην περίπτωσή μας, η Εκκλησία ως ευχαριστιακή και εσχατολογική κοινότητα που κείται εν τω κόσμω, μπορεί να έχει και νομική υπόσταση. Αυτή, όμως, δεν μπορεί να αντιφάσκει προς τον αντινομικό και διφυή χαρακτήρα της. Πράγμα που σημαίνει ότι η νομική σχέση της προς την εκάστοτε πολιτεία θα πρέπει να μην αδικεί, υποτιμά ή παραγνωρίζει την ίδια (όπως θα συνέβαινε κατά τη γνώμη μου στην περίπτωση υπαγωγής της Εκκλησίας στα Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου), αλλά και να μην την οδηγεί στις επικίνδυνες —και ακυρωτικές για την αυτοσυνειδησία της— ατραπούς της εκκοσμίκευσης και μάλιστα της κρατικοποίησης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που η Εκκλησία είναι ΝΠΔΔ.

Υπό το φως των ανωτέρω, θεωρώ πως η πρόταση για τη δημιουργία μιας sui generis κατηγορίας νομικού εκκλησιαστικού προσώπου, η οποία θα υπερβαίνει τις μονομέρειες των δύο άλλων τύπων, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και αμοιβαία επωφελής τόσο για την Εκκλησία όσο και για την πολιτεία. Υποστηρίζουμε λοιπόν ότι πολύ δύσκολα θα αποδεχόταν κανείς τη μεταβολή της Εκκλησίας σε ένα απλό ιδιωτικό σωματείο, καθώς τούτο δεν θα ταίριαζε στον κοινωνικό χαρακτήρα αλλά και στην ιστορία της. Εξάλλου, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις, με αποτέλεσμα σε μια περιφέρεια να είναι δυνατό να αναδειχθούν ποικίλες εκκλησιαστικές ομάδες, όπως συμβαίνει λ.χ. στην περίπτωση των πολλαπλών ομάδων των παλαιοημερολογιτών.

Ένα τέτοιο λοιπόν νομικό πρόσωπο εκκλησιαστικού δικαίου, θα περιφρουρούσε την ιδιαίτερη ταυτότητα αλλά και αυτονομία της Εκκλησίας και επίσης θα εμπέδωνε έτι περαιτέρω τις διακριτές σχέσεις της με την Πολιτεία. Το βέβαιο είναι ότι απαιτείται πολλή σύνεση και προσοχή προς αυτή την κατεύθυνση για να αποφευχθεί ο κίνδυνος της πολυδιάσπασης του εκκλησιαστικού σώματος, καθώς μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε επικίνδυνα μοναπάτια τη συνοχή της ίδιας της κοινωνίας μας. Γιατί δύσκολα θα μπορούσε να αρνηθεί κάποιος το γεγονός ότι η Εκκλησία λειτουργεί εν πολλοίς και ως ενοποιός δύναμη για ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Αυτό αποδεικνύεται από το έντονο ενδιαφέρον της Ελληνικής Πολιτείας για την συνέχεια της παρουσίας ελληνόφωνου ορθοδόξου Εκκλησίας στη διασπορά. Τελικά σε μια περίοδο που σε παγκόσμιο επίπεδο παρατηρείται αναβίωση φονταμενταλιστικών και ξενοφοβικών τάσεων, η παρουσία της Εκκλησίας στη δημόσια —αλλά όχι κρατική σφαίρα— μπορεί να λειτουργήσει προς τη θετική κατεύθυνση, αρκεί βέβαια η ίδια να παραμένει πιστή στη χριστολογική της θεμελίωση και αποστολή και να μην ξεστρατίζει σε αλλότριους προς τη φύση και την ταυτότητά της ρόλους διαφύλαξης της φυλετικής και εθνικής καθαρότητας, ζητήματα που ο ελληνικός λαός έχει εμπιστευθεί πλέον στην ελληνική πολιτεία.

Περαιτέρω κρίνεται όμως αναγκαίο στη σημερινή πραγματικότητα, η ελληνική πολιτεία να δύναται να θεσμοθετεί, κατά περίπτωση και ύστερα από διαβούλευση με τους εμπλεκόμενους φορείς, το πλαίσιο λειτουργίας για κάθε επιμέρους γνωστή θρησκευτική κοινότητα, όπως συμβαίνει σήμερα με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Η πρόβλεψη αυτή δεν θα πρέπει να αποβλέπει στη διαιώνιση του ελέγχου και του ασφυκτικού εναγκαλισμού των θρησκευτικών κοινοτήτων από το κράτος αλλά θα αποσκοπεί μάλλον στην ανάδειξη και αξιοποίηση των θετικών εκείνων στοιχείων που περιέχει το παρόν σύστημα σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας. Δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας εν προκειμένω ότι η όποια συνοδικότητα, ανεξαρτησία και ελευθερία έκφρασης εντός της ελλαδικής Εκκλησίας, υπάρχουν σε μεγάλο βαθμό και λειτουργούν χάρη και στον Καταστατικό Χάρτη και στη σχέση μας με την δημοκρατική πολιτεία. Το ίδιο και η επιταγή της διαφάνειας και της αξιοκρατίας λαμβάνουν ισχυρή ώθηση και στήριξη από τη θεσμοθετημένη σχέση μας με την πολιτεία και την ευρύτερη κοινωνία όπου οι έννοιες της κοινωνικής λογοδοσίας και της συμμετοχικότητας γίνονται όλο και περισσότερο αποδεκτές. Όλα αυτά τα θετικά στοιχεία όχι μόνο δεν θα πρέπει να καταργηθούν, αλλά θα πρέπει να διευρυνθούν και να ρυθμίζουν περαιτέρω τις σχέσεις της πολιτείας με τις άλλες αναγνωρισμένες θρησκευτικές κοινότητες. Σε αντίθετη περίπτωση, είναι βέβαιο πως μια χαοτική και ανεξέλεγκτη κατάσταση στο θρησκευτικό τοπίο, μόνο αρνητικά αποτελέσματα μπορεί να έχει. Το μόνο δε που δεν επιθυμεί η ελληνική κοινωνία στη σημερινή συγκυρία είναι μια οποιαδήποτε έξαρση ενός πολύμορφου θρησκευτικού φονταμενταλισμού. Είναι δε βέβαιο ότι ο χωρίς προϋποθέσεις και προετοιμασία προτεινόμενος από κάποιες πλευρές ριζικός —ή και εχθρικός, ορισμένες φορές— χωρισμός κράτους και Εκκλησίας, θα καταστήσει την τελευταία έρμαιο και υποχείριο των πιο συντηρητικών και φονταμενταλιστικών δυνάμεων, ενώ δεν πρέπει να αποκλείεται και η εμφάνιση ενός «κόμματος της Εκκλησίας» που θα δώσει κάλυψη σε όλα τα φοβικά σύνδρομα και στις ακραίες τάσεις και φωνές της ελληνικής κοινωνίας.

Όποια δε και αν είναι η ακριβής ερμηνεία του όρου και του σχετικού άρθρου για την επικρατούσα θρησκεία, διαπιστωτική ή κανονιστική, εκείνο που πρέπει να προσεχθεί είναι η αναγκαιότητα της παραμονής της θρησκείας και μάλιστα της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη δημόσια σφαίρα, ως παράγοντα ενότητας και εξάπαντος όχι διακρίσεων και χωρισμού. Η αναφορά βέβαια στην επικρατούσα θρησκεία δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να αναιρεί την προαγωγή της ελευθερίας και των δικαιωμάτων όλων των πολιτών. Η ανθρώπινη ελευθερία δεν μπορεί παρά σε κάθε περίπτωση να είναι απαραβίαστη. Αυτό άλλωστε είναι και το κεντρικό μήνυμα του Χριστού και του Ευαγγελίου Του. Υπό το φως των ανωτέρω είναι προφανές πως η Εκκλησία δεν μπορεί να εξακολουθήσει να παίζει το ρόλο του χωροφύλακα ή της υπηρεσίας πληροφοριών σε σχέση με τις άλλες θρησκευτικές κοινότητες ούτε μπορεί να συνεχίσει να υπερασπίζεται μεταξικούς ή άλλους αρτηριοσκληρωτικούς νόμους (σχετικά με τους ευκτήριους οίκους, τον προσηλυτισμό, κλπ).

β) Εκκλησιαστική περιουσία. Ένα ζήτημα που από παλαιότερα έχει προκαλέσει τριβές στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας είναι αυτό της εκκλησιαστικής περιουσίας. Είναι αλήθεια μάλιστα ότι συχνά το όλο ζήτημα αποκτά μυθολογικές διαστάσεις, σχετικά με το μέγεθος και την αξία αυτής της περιουσίας. Δεν κρίνεται εδώ αναγκαίο να επιμείνουμε στα ιστορικά δεδομένα διαμόρφωσης του όλου ζήτηματος (ας έχουμε όμως υπόψη λ.χ. τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις από την πλευρά της Πολιτείας, που έφθασαν να της αφαιρέσουν το 96% μέχρι σήμερα της αρχικής της περιουσίας, όπως επίσης και την ανάληψη, μεταξύ άλλων, της μισθοδοσίας του κλήρου από το κράτος ως αντιστάθμισμα στην απαλλοτρίωση της εκκλησιαστικής περιουσίας). Το βέβαιο είναι ότι στην πραγματικότητα η λεγόμενη εκκλησιαστική περιουσία είναι κατά πολύ περιορισμένη στις μέρες μας σε σχέση με τα μεγέθη που συχνά παρουσιάζονται, ενώ πολλές φορές παραμένει εντελώς αναξιοποίητη δεσμευμένη σε πολλές περιπτώσεις από το ίδιο το κράτος.

Στο πλαίσιο ενός ευρύτερου διαλόγου, το σημείο συμφωνίας αναφορικά με το επίμαχο αυτό ζήτημα, θα πρέπει να αναζητηθεί στη δυνατότητα αξιοποίησης της δεσμευμένης σήμερα εκκλησιαστικής περιουσίας για την περαιτέρω ενίσχυση και ανάπτυξη του κοινωνικού της έργου. Η ανταποδοτική αυτή λύση θα συμβάλει αποφασιστικά, εκτός των άλλων, και στην κοινωνική συνοχή και συμβίωση, σε έργα ανάπτυξης και αλληλεγγύης.

γ) Μάθημα Θρησκευτικών. Ερχόμαστε στη συνέχεια στο ζήτημα του μαθήματος των θρησκευτικών που πολύ συχνά, όπως και κατά την παρούσα περίοδο, απασχολεί την επικαιρότητα. Θα πρέπει εδώ να θυμίσουμε ότι ο χώρος της παιδείας αφορά κατά πρώτο και κύριο λόγο στην πολιτεία. Αυτή διαμορφώνει τα σχετικά αναλυτικά προγράμματα, διορίζει το κατάλληλα εκπαιδευμένο διδακτικό προσωπικό, φροντίζει για τη συγγραφή και τη διανομή των σχολικών εγχειριδίων, και γενικότερα νομοθετεί σε σχέση προς όλες τις βαθμίδες της δημόσιας εκπαίδευσης. Αυτή η πραγματικότητα δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Από την άλλη πλευρά κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει ή να παρακάμψει την καθολικότητα του θρησκευτικού φαινομένου και την επίδρασή του ιδίως στον τόπο μας αλλά και στην Ευρώπη ευρύτερα— στη διαμόρφωση της ανθρώπινης προσωπικότητας και του πολιτισμού, διαπίστωση που καθιστά επικίνδυνο πειραματισμό οποιαδήποτε σκέψη εξοβελισμού του θρησκευτικού μαθήματος από την παιδαγωγική διαδικασία. Εδώ προκύπτει το κρίσιμης σημασίας ζήτημα για το είδος και τη μορφή της θρησκευτικής εκπαίδευσης στη χώρα μας, εξαιτίας αφενός των ιστορικών ιδιαιτεροτήτων και της μακρόχρονης σύνδεσης της Εκκλησίας με την πορεία του έθνους, και αφετέρου λόγω της απαίτησης σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας και της πραγματικότητας του πλουραλισμού και της ετερότητας.

Δεν είμαι ειδικός της εκπαίδευσης ούτε της διδακτικής των Θρησκευτικών για να μπω σε λεπτομέρειες. Ο χρόνος εξάλλου δεν το επιτρέπει. Ας μου επιτραπεί όμως να σημειώσω ότι η οποιαδήποτε λύση προκύψει θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να πληροί τις εξής τρεις προϋποθέσεις: 1) μάθημα για όλα τα παιδιά, ανεξαρτήτως προέλευσης, ταυτότητας, πεποιθήσεων, κλπ., ώστε να μην παρατηρηθεί το φαινόμενο οι μαθητές να είναι όλες τις ώρες μαζί και να πρέπει να χωρίσουν μόνο την ώρα των Θρησκευτικών· 2) μάθημα που να διδάσκεται από τους θεολόγους εκπαιδευτικούς και όσους είναι κατάλληλα προς τούτο εκπαιδευμένοι από τις θεολογικές σχολές· 3) ανάλογη προσαρμογή του χαρακτήρα και του περιεχομένου του μαθήματος στις παραπάνω διαπιστώσεις, χωρίς όμως και ριζική και βίαια αποκοπή του από τον κορμό της παράδοσής μας. Η μέχρι τώρα δημόσια συζήτηση επί του θέματος είναι πολύ πλούσια και δημιουργική και νομίζω πως πολλές από τις προτάσεις που έχουν κατατεθεί μπορούν να αξιοποιηθούν για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων.

δ) Συμβολικά Ζητήματα. Ολοκληρώνοντας τη σύντομη αυτή παρέμβαση, κρίνεται απαραίτητο να γίνει μνεία σε μια ακόμη κατηγορία επιμέρους θεμάτων, τα οποία προκαλούν συχνά έντονη σκιαμαχία μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας διεγείροντας τα πάθη. Τα ζητήματα αυτά τοποθετούνται μάλλον σε ένα επίπεδο συμβολικό, που η Εκκλησία θα πρέπει να επιδείξει θάρρος και ειλικρίνεια, στην αντιμετώπισή τους. Τέτοια θέματα είναι λ.χ. ο θρησκευτικός όρκος στα δικαστήρια, η ορκωμοσία των βουλευτών, η «πολιτική κηδεία», τα εγκαίνια δημοσίων έργων ή καταστημάτων κ. ά. Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι τα παραπάνω, καθώς και άλλα παρόμοια, στερούνται πλέον ουσιαστικού περιεχομένου και επιβιώνουν ως κατάλοιπα ή παρακολουθήματα τύπων που έχουν απωλέσει σε πολλές περιπτώσεις την ουσία τους. Το ζητούμενο για την Εκκλησία μας σήμερα δεν μπορεί να είναι ένας αμυντικός αγώνας διατήρησης ιστορικών προνομίων ούτε η συμβολική απλώς ή κατ’ επίφαση, αλλά όχι ουσιαστική, παρουσία της στη δημόσια σφαίρα. Η Εκκλησία μας καλείται την παρούσα ώρα σε δύσκολες αποφάσεις και επώδυνες επιλογές που έχουν να κάνουν με τη συνειδητοποίηση των προκλήσεων και των αλλαγών της παρούσας συγκυρίας. Κάθε σύγκρουση, λοιπόν, για ζητήματα συμβολικού περιεχομένου, όσο και αν σε ένα πρώτο επίπεδο είναι κατανοητή ή ίσως και αναμενόμενη, μόνο αρνητικές συνέπειες μπορεί να έχει για την Εκκλησία —αλλά και για την ευρύτερη κοινωνία— καθώς, αφενός θα εντείνει τη ριζοσπαστικοποίηση των φονταμενταλιστικών στοιχείων, αφετέρου δε θα δώσει για άλλη μια φορά την ευκαιρία και το έναυσμα στους υποστηρικτές του ριζικού χωρισμού Εκκλησίας-Πολιτείας κατά το γαλλικό πρότυπο να επιχειρήσουν να εξωθήσουν και εγκλωβίσουν την Εκκλησία στην αυστηρά ιδιωτική σφαίρα.

Η ελληνική κοινωνία που σήμερα όσο ποτέ άλλοτε βρίσκεται σε σοβαρότατη κρίση αξιών και προσανατολισμού, χρειάζεται την Εκκλησία, έχει ανάγκη πνευματικής στήριξης και ενός άλλου νοήματος ζωής, πέρα από τον ατομισμό, τον καταναλωτισμό και την απεριόριστη επιδίωξη και επίδειξη πλουτισμού. Έχει ανάγκη την Ορθοδοξία και το μήνυμα αλληλεγγύης και αδελφοσύνης που διαχρονικά αυτή ευαγγελίστηκε, και που εξακολουθεί και σήμερα να ενσαρκώνει με το πλήθος των ιδρυμάτων που διαθέτει στο πλαίσιο της κοινωνικής της διακονίας. Έχει ανάγκη η κοινωνία από μια Ορθοδοξία ριζωμένη στην Παράδοση, που να είναι όμως ταυτόχρονα ανοιχτή και διαλογική, συνομιλούσα και κατανοούσα, μια Ορθοδοξία που δεν θα αγνοεί ή δεν θα περιφρονεί και δεν θα απαξιώνει τα καινούργια πολιτισμικά και πολιτικά σχήματα, γιατί σε τελευταία ανάλυση όλα είναι του Θεού, φέρουν πάνω τους τη σφραγίδα της δωρεάς και την πνοή του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό και προτεραιότητα για την Εκκλησία δεν μπορεί να έχει η τύποις μεταφυσική νοηματοδότηση του κοινωνικού ή πολιτισμικού, ή ακόμη χειρότερα η προσπάθεια επιβολής και παρουσίας της στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο με μέσα αλλότρια της αποστολής της, αλλά το κήρυγμα της Βασιλείας του Θεού: «ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. 6:33. Πρβλ. Λουκ. 12:31). Νομίζω πως όλο και περισσότερο και εντός του εκκλησιαστικού σώματος συνειδητοποιούμε ότι σε μεγάλο βαθμό τα όρια της κοινωνίας δεν ταυτίζονται πλέον με τα όρια της Εκκλησίας και ότι οι κοινωνίες μας χαρακτηρίζονται από τον πλουραλισμό και την ετερότητα. Η απάντηση της Εκκλησίας στις προκλήσεις αυτές θα πρέπει πρωτίστως να περνάει μέσα από τη θεολογική, λειτουργική και πνευματική της αναγέννηση, καθώς και από την ανασυγκρότηση των ευχαριστιακών της κοινοτήτων. Μόνο μετά από αυτό το πρώτο σημαντικό βήμα και τη στοιχειώδη συνέπεια των εκκλησιαστικών ανθρώπων προς όσα πιστεύουν, μόνο όταν γίνει συνείδηση ότι η Εκκλησία δεν ταυτίζεται με καμιά εποχή της ιστορίας, με καμιά κοινωνία, με κανένα δεδομένο σχήμα, ενώ ο πυρήνας της αλήθειας της δεν μπορεί να δεσμεύεται και να εξαντλείται από τα προγενέστερα παραδείγματα της σχέσης κόσμου και Εκκλησίας, μόνο τότε μπορεί να απευθυνθεί και να μιλήσει η Εκκλησία στον έξω κόσμο και την θύραθεν κοινωνία ή την κοινωνία των πολιτών, στους «εγγύς και τους μακράν» από την πίστη, για να κηρύξει ότι «Ιησούς Χριστός εχθές και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. 12:8).

Είναι βέβαιο ότι το κήρυγμα της Εκκλησίας σήμερα —όπως εξάλλου και η σχέση της με την πολιτεία— περιπλέκονται αφάνταστα από την εμπειρία, τα βιώματα και τις μνήμες τις εθναρχικής περιόδου. Όπως είναι γνωστό, σε σκοτεινές περιόδους στην πορεία του ελληνικού έθνους η Εκκλησία «εκένωσε εαυτήν» και ανέλαβε κατ’ οικονομίαν μιαν εθναρχική αποστολή, την πολιτική εκπροσώπηση του υπόδουλων τότε Ρωμιών, καθώς και τη διάσωση του κινδυνεύοντος γένους, της γλώσσας και της εθνικής του ταυτότητας. Η συνέχεια είναι γνωστή και δεν χρειάζεται να επιμείνουμε. Αυτός ο ιδιαίτερος και έκτακτος ρόλος της Εκκλησίας, συνέβαλε αναμφίβολα θετικά στην επιβίωση και συνέχεια του Ελληνισμού. Ωστόσο, την ίδια στιγμή είναι τραγικό λάθος να θεωρούμε ως Εκκλησία ότι βρισκόμαστε ακόμη σε μια περίοδο εθναρχικής αποστολής, γεγονός που προκαλεί πολύ συχνά αντιδράσεις από τις δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις και από την κοινωνία των πολιτών. Αποτελεί επείγουσα αναγκαιότητα σήμερα να γίνει κατανοητό, αλλά και αποδεκτό, από πλευράς Εκκλησίας, —και θεωρώ ότι προς αυτή την κατεύθυνση κινούμαστε όλο και περισσότερο— ότι, παρά τα όποια προβλήματα, υπάρχει στη χώρα μας εδραιωμένη δημοκρατία και υπεύθυνη κυβέρνηση, και που σε καμιά περίπτωση δεν επιζητά την παρουσία της Εκκλησίας με το σκήπτρο του εθνάρχη.

Με όσα παραπάνω ανέφερα δεν ισχυρίζομαι σε καμία περίπτωση ότι εξάντλησα όλο το φάσμα των ζητημάτων που άπτονται των σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας. Με σύνεση και σωφροσύνη πρέπει να αντιμετωπιστούν θέματα όπως η σχέση Οικουμενικού Πατριαρχείου και ελληνικής Πολιτείας όπως διαλαμβάνονται στο ισχύον άρθρο 3 του Συντάγματος, η σχέση ελληνικής Πολιτείας, Ορθόδοξης Εκκλησίας και διασποράς, το μελλοντικό νομικό καθεστώς (σε περίπτωση αλλαγών) σπουδαίων θρησκευτικών θεσμών όπως το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο και η Μουφτεία της Δυτικής Θράκης, που σήμερα, όπως είναι γνωστό, αποτελούν ΝΠΔΔ, κ. ά. Στη διεξαγόμενη συζήτηση θα πρέπει, πάντως, να λαμβάνονται υπόψη τα δεδομένα της συγκεκριμένης κοινωνικής πραγματικότητας, της ελληνικής εν προκειμένω, με τις όποιες επιμέρους ιδιαιτερότητες θετικές ή και αρνητικές.

Αντί συμπεράσματος

Κλείνοντας τη σύντομη και αναγκαστικά σχηματική αυτή παρέμβαση θα ήθελα να ευχηθώ να ανοίξει ο δρόμος και από τις δύο πλευρές για την καλόπιστη συζήτηση και την αμοιβαία συνεννόηση πάνω στο είδος και τη μορφή των σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας. Θέλω να πιστεύω ότι τουλάχιστον όσον αφορά στην Εκκλησία, ύστερα μάλιστα και την συγκρότηση των σχετικών ειδικών επιτροπών μετά από πρωτοβουλία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου και απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, τα πράγματα κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο είναι ανάγκη να έχουμε πάντα κατά νουν πως σε κάθε περίπτωση προέχει ο σεβασμός της ελευθερίας, της προσωπικότητας και των δικαιωμάτων του καθενός, όπως επίσης και το κοινό όφελος, τόσο για την Εκκλησία όσο και για την πολιτεία. Εν κατακλείδι και οι δύο θεσμοί οφείλουν να διακονούν όχι το ίδιον όφελος, αλλά το όφελος του «άλλου», του κάθε άλλου ανθρώπου, είτε αυτός χαρακτηρίζεται ως πολίτης, είτε ως κατ’ εικόνα Θεού άνθρωπος.