Αφίσα εκδήλωσης

Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου σε συνεργασία με τη Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος, θέλοντας να τιμήσουν τις συνεχείς και κοπιώδεις προσπάθειες του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου, για την επαναλειτουργία της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, η οποία παραμένει κλειστή επί 46 χρόνια με απόφαση των τουρκικών αρχών, διοργανώνουν δημόσια εκδήλωση, με θέμα: Η Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης: Το όραμα για την επόμενη ημέρα.
 
Ομιλητής της εν λόγω εκδήλωσης θα είναι ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Προύσης κ. Ελπιδοφόρος, Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος και Σχολάρχης της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, Αν. Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ.
 
Η εκδήλωση θα λάβει χώρα το Σάββατο 11 Μαρτίου 2017, στις 7.00 μ.μ. στο συνεδριακό κέντρο FORUM (Δεληγιώργη 9, Βόλος), και η είσοδος είναι ελεύθερη για το κοινό.
 
Στο πλαίσιο της επισκέψεώς του στην Ι. Μητρόπολη Δημητριάδος, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Προύσης την Β΄ Κυριακή των Νηστειών, 12 Μαρτίου 2017, θα ιερουργήσει στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Βόλου.
 


Η Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης ιδρύθηκε το 1843 από τον Πατριάρχη Γερμανό Δ΄ κατά την πρώτη του πατριαρχεία (1842-1845). Τα εγκαίνια της Σχολής πραγματοποιήθηκαν έναν χρόνο αργότερα, στις 13 Σεπτεμβρίου 1844. Οι εγκαταστάσεις της Σχολής φιλοξενήθηκαν αρχικά στην Σταυροπηγιακή Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος (που ιδρύθηκε από τον Πατριάρχη Φώτιο), στη νήσο Χάλκη. Μετά από αλλεπάλληλες καταστροφές, το κτήριό της αναμορφώθηκε, προκειμένου να ανταποκριθεί στις ανάγκες του διδακτικού προσωπικού και των σπουδαστών το 1896 και εν συνεχεία στα μέσα του 20ου αιώνα. Η Σχολή λειτουργούσε ως μοναστική αδελφότητα, και ως εκ τούτου, είχε τη δυνατότητα να προσλαμβάνει μόνο άνδρες σπουδαστές, κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς. Το 1971, κατόπιν εκδόσεως σχετικού νόμου ο οποίος απαγόρευε την λειτουργία ιδιωτικών ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, η Σχολή σφράγισε τις πύλες της.
 
Η αίγλη και η ακτινοβολία της Σχολής οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο επιστημονικό, θεολογικό και εκκλησιαστικό εύρος των προσωπικοτήτων που δίδαξαν και σπούδασαν στις αίθουσές της. Μεγάλος αριθμός μετέπειτα κληρικών, επισκόπων, πατριαρχών και επιφανών ορθοδόξων θεολόγων φοίτησαν στο γυμνασιακό και κατόπιν στο θεολογικό τμήμα της Σχολής και εν συνεχεία κλήθηκαν να δώσουν μαρτυρία «περί της εν ημίν ελπίδος». Ιδιαιτέρως σημαντική υπήρξε η συμβολή της Σχολής και στην στελέχωση του δυναμικού του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Με το υψηλού ακαδημαϊκού επιπέδου εκπαιδευτικό της πρόγραμμα παρείχε στους σπουδαστές της στέρεη θεολογική παιδεία, βιωματική προσέγγιση της ορθόδοξης πνευματικότητας αλλά και επιστημονική επάρκεια και πληρότητα.
 
Ο Μητροπολίτης Προύσης, Ελπιδοφόρος Β. Λαμπρυνιάδης, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1967. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη, την Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, σπούδασε Θεολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (1987-1991) και πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στην Βυζαντινή Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Βόννης (1991-1993). Εν συνεχεία υπήρξε μεταπτυχιακός φοιτητής και υποψήφιος διδάκτορας του Τμήματος Ποιμαντικής Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1994-2001). Τον Απρίλιο του 1994 χειροτονήθηκε Διάκονος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και διορίστηκε Κωδικογράφος της Αγίας και Ιεράς Συνόδου. Το ακαδημαϊκό έτος 1996-1997 απεστάλη στη Θεολογική Σχολή του Αγίου Ιωάννη Δαμασκηνού στο Μπαλαμάντ του Λιβάνου, προκειμένου να εμπλουτίσει τις γνώσεις του στην αραβική γλώσσα, όπου είχε και τη δυνατότητα να παρακολουθήσει τις παραδόσεις του καθηγητή της Δογματικής π. Ιωάννη Ρωμανίδη. Διετέλεσε υπογραμματέας (1995-2005) και αρχιγραμματέας (2005-2011) της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το θερινό εξάμηνο του 2004 δίδαξε με την ιδιότητα του επισκέπτη καθηγητή στην Ελληνορθόδοξη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού στη Βοστώνη το μάθημα «Η θέσις του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία». Το 2005 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και έλαβε το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτη της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, ενώ τον Μάρτιο του 2011 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Προύσης και ορίστηκε Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Χάλκης και Σχολάρχης της Ιεράς Θεολογικής Σχολής. Την ίδια χρονιά εξελέγη Αν. Καθηγητής του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του ΑΠΘ, όπου διδάσκει Συμβολική, Διορθόδοξες-Διαχριστιανικές Σχέσεις και Οικουμενική Κίνηση.

Η ιστοσελίδα βρίσκεται σε κατάσταση αναβάθμισης

Thursday, March 22, 2001 Panagiotis Theodosiou Πενταετία 2000-2005 9
Τι σημαίνουν όμως όλα αυτά για τη ζωή μας; Η Εκκλησία ως κοινότητα εσχατολογική μπορεί να αναφέρεται σ' ένα έθνος και να αναμένει την δικαίωση της από το παρελθόν, ταυτιζόμενη με παγιωμένες μορφές και σχήματα; Και εφόσον τα Έσχατα έχουν ήδη εισβάλει στην Ιστορία, ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες από αυτή τη βιβλική και πατερική αντίληψη για την πολιτική και κοινωνική ζωή, τη φιλοσοφία, την επιστήμη, τον πολιτισμό, τις σχέσεις με τις άλλες θρησκείες; Είναι μερικά από τα θέματα που θα εξετάσει και θα συζητήσει στο χειμερινό πρόγραμμα της (2000-2001) η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος με ελεύθερη και χωρίς προϋποθέσεις συμμετοχή για τους εντός, αλλά και εκτός Βόλου. "Πιστεύω στην ερχόμενη Βασιλεία Τότε όλα τα χρώματα θα γίνουν ένα" Στίχοι από το Τραγούδι: I Still Haven't Found What I' m Looking For του συγκροτήματος U2 Περιλήψεις Ακαδημαϊκού Έτους 2000-2001
Tuesday, January 01, 2002 Panagiotis Theodosiou Πενταετία 2000-2005 114
Ορθοδοξία και Νεωτερικότητα Στη διάρκεια της χρονιάς που μας πέρασε (2000-01), προσεγγίζοντας το θέμα "Εκκλησία και Εσχατολογία", διαπιστώσαμε ότι το πλήρωμα, η ταυτότητα της Εκκλησίας δεν βρίσκεται στο παρελθόν αλλά στο μέλλον, στον ανακαινισμένο κόσμο της βασιλείας του Θεού, για τον οποίο οι χριστιανοί προσεύχονται και αγωνίζονται και ο οποίος έχει αρχίσει ήδη να φωτίζει και να επηρεάζει το παρόν και την ιστορία. Η εκκλησιαστική κοινότητα ζει και τρέφεται από το όραμα των Εσχάτων, γι αυτό και η Εκκλησία δεν αντλεί την υπόστασή της από καμμιά παγιωμένη δομή, από κανένα δεδομένο σχήμα που της έρχεται από το παρελθόν. Μ' άλλα λόγια η Εκκλησία δεν αντλεί την υπόστασή της απ' αυτό που είναι, αλλά απ' αυτό που θα γίνει στο μέλλον, στα Έσχατα. Φυσική συνέχεια της εσχατολογικής προβληματικής θα λέγαμε ότι αποτελεί η επιλογή του θέματος " Ορθοδοξία και Νεωτερικότητα ", που θα μας απασχολήσει τη φετεινή χρονιά. Εάν η Εκκλησία λοιπόν δεν ταυτίζεται με κανένα δεδομένο ιστορικό σχήμα του παρελθόντος, εάν ο πυρήνας της αλήθειας της δεν δεσμεύεται και δεν εξαντλείται από τα προγενέστερα παραδείγματα σχέσης κόσμου και Εκκλησίας, τότε είναι καιρός να πάψουμε να φοβόμαστε τη Νεωτερικότητα και ν' ανοίξουμε επιτέλους διάλογο μαζί της. Γιατί οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ουσιαστικά η συνάντηση αυτή δεν έλαβε ποτέ χώρα, ότι η γόνιμη αναμέτρηση - και γιατί όχι - η σύνθεση Ορθοδοξίας και Νεωτερικότητας παραμένει ζητούμενο. Η Ορθοδοξία μοιάζει να αποφεύγει συστηματικά αυτή τη συνάντηση, ενώ η Νεωτερικότητα φαίνεται να αγνοεί την Ορθοδοξία και την βαθύτερη αλήθεια της. Είναι θέμα προς συζήτηση βέβαια αν αυτή η αμοιβαία άγνοια και καχυποψία παραπέμπουν σε ριζική ασυμβατότητα των δύο μεγεθών (Ορθοδοξίας και Νεωτερικότητας) ή αν αντιθέτως οφείλονται σε ιστορικές συγκυρίες. Πράγματι, για ιστορικούς λόγους ο ορθόδοξος κόσμος δεν μετείχε οργανικά στο φαινόμενο της Νεωτερικότητας. Δεν έζησε από μέσα την Αναγέννηση, τη Μεταρρύθμιση και την Αντιμεταρρύθμιση, τους θρησκευτικούς πολέμους και το Διαφωτισμό, τη γαλλική και τη βιομηχανική επανάσταση, την ανάδυση του υποκειμένου και της ατομικότητας, τα δικαιώματα του ανθρώπου και το ουδετερόθρησκο εθνικό κράτος. Γνώρισε βέβαια στην επικράτειά του την οκτωβριανή επανάσταση και τους εκκοσμικευμένους μεσσιανισμούς μαρξιστικής κυρίως εμπνεύσεως - αδιανόητους έξω από το νεωτερικό παράδειγμα, καθώς επίσης και τους βαλκάνιους εθνικισμούς του 19ου και 20ου αιώνα. Ό,τι όμως χαρακτηρίστηκε ως κεκτημένο της Νεωτερικότητας μοιάζει να παρέμεινε ουσιαστικά ξένο προς την Ορθοδοξία που εξακολουθεί να έχει σοβαρές εκκρεμότητες με τη Νεωτερικότητα, γεγονός που για πολλούς ερμηνεύει τις σοβαρές δυσκολίες επικοινωνίας της με τον σύγχρονο κόσμο Το κρίσιμο λοιπόν ζήτημα που προβάλλει ύστερα απ' όλα αυτά συνοψίζεται στο παρακάτω ερώτημα: Η Ορθοδοξία σταμάτησε πριν τη Νεωτερικότητα; Σ' αυτό το θεμελιώδες ερώτημα έρχονται με τη σειρά τους να προστεθούν και ορισμένα άλλα: Η χριστιανική θεολογία λειτουργεί μόνο σε παραδοσιακά περιβάλλοντα, δανειζόμενη τα σχήματα και τις παραστάσεις της αγροτικής κοινωνίας, απ' όπου έχουν ξεπηδήσει οι λειτουργικοί συμβολισμοί, τα ρητορικά υποδείγματα του κηρύγματος, οι δομές της εκκλησιαστικής διοικήσεως κλπ; Έχει αποδεχτεί η Ορθοδοξία το κεκτημένο της Νεωτερικότητας και τις συνέπειες του στο θρησκευτικό πεδίο. Ή μήπως αναπολούμε οι ορθόδοξοι την επιστροφή στην προνεωτερικότητα, στο προ-μοντέρνο, αποστρεφόμενοι τις κατακτήσεις της νεωτερικότητας και εκλαμβάνοντας και αυτήν ακόμη τη μετανεωτερικότητα ως την revanche της Εκκλησίας έναντι της νεωτερικότητας, μιμούμενοι σε αυτό το σημείο την αντιμοντερνιστική αντίδραση της γαλλικής καθολικής Εκκλησίας, πριν η τελευταία αποδεχτεί τη νεωτερικότητα; Είναι για παράδειγμα συμβατά τα δικαιώματα του ανθρώπου με το ορθόδοξο ήθος και την ορθόδοξη παράδοση; Ορθοδοξία και Διαφωτισμός είναι κατ' ανάγκην μεγέθη αλληλοαποκλεινόμενα; Μπορεί να υπάρξει εκκλησιαστικός λόγος χωρίς την πρόσδεση στο κράτος και την αναφορά στην εθνική ιδεολογία; Είναι νοητή η χριστολογία και η θεολογία του προσώπου στον ορίζοντα της νεωτερικότητας και της ψυχαναλυτικής διερεύνησης; Ποια υπήρξε η σχέση Εκκλησίας και Αριστεράς και ποιος θα είναι ο λόγος της Εκκλησίας και της θεολογίας στην εποχή της μετανεωτερικότητας και της πολυπολιτισμικότητας; Τί είναι εν τέλει η Ορθοδοξία: θρησκεία του παρελθόντος και αγώνας για τη διατήρηση "ιστορικών προνομίων" ή πρόταση ζωής για το παρόν και το μέλλον; Περιλήψεις Ακαδημαϊκού Έτους 2001-2002