0
0
0
s2sdefault

Ο Τομέας Μελέτης της Χειρόγραφης Παράδοσης της Καινής Διαθήκης ιδρύθηκε με απόφαση του Δ.Σ. της ΑΘΣ στην υπ’ αριθμ. 13/27-12-2013 συνεδρίασή του.

Κύριος σκοπός του είναι η κριτική έκδοση του βυζαντινού κειμένου, το οποίο χρησιμοποιείται από την Oρθόδοξη Ανατολική Εκκλησία ως το λειτουργικό της κείμενο. Ως επιμέρους στόχοι ορίζονται η εξεύρεση, συγκέντρωση, φωτογράφιση, μεταγραφή και μελέτη των χειρογράφων (συνεχές κείμενο ή εκλογάδια) που διασώζουν τον βυζαντινό τύπο κειμένου, η εκπαίδευση και επιμόρφωση ειδικών στην κριτική του κειμένου, η οργάνωση συνεδρίων και σεμιναρίων, οι κριτικές εκδόσεις του κειμένου της Καινής Διαθήκης και ειδικότερα η επανέκδοση της Πατριαρχικής έκδοσης του 1904 με βελτιώσεις, διορθώσεις και εν γένει εφαρμογή της σύγχρονης επιστημονικής μεθοδολογίας, η μελέτη και ανάδειξη της οποιασδήποτε μορφής πρόσληψης και ερμηνευτικού υπομνηματισμού του κειμένου της Καινής Διαθήκης στα βυζαντινά χειρόγραφα (λειτουργικά χειρόγραφα, ερμηνευτικές σειρές κτλ), η συμμετοχή σε διεθνή επιστημονικά fora, η συνεργασία με αντίστοιχα ερευνητικά ιδρύματα του εξωτερικού, η έκδοση ηλεκτρονικού επιστημονικού περιοδικού για τη διάχυση των αποτελεσμάτων του ερευνητικού έργου, η κατασκευή και συντήρηση σχετικής ιστοσελίδας για την ενημέρωση της διεθνούς ακαδημαϊκής κοινότητας, η συνεργασία με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες της Ανατολής για την επανέκδοση και την κριτική διόρθωση του εν χρήσει λειτουργικού κειμένου της Καινής Διαθήκης (ειδικά στα σύγχρονα εκλογάδια) με βάση την έρευνα στη χειρόγραφη παράδοση.

Ο ως άνω Τομέας α) θα καλύψει ένα σημαντικό κενό στην έρευνα, καθότι τα αντίστοιχα διεθνή ερευνητικά κέντρα ασχολούνται με άλλες μορφές της κειμενικής παράδοσης της αρχαίας Εκκλησίας (π.χ. αλεξανδρινός τύπος κειμένου, πάπυροι, αρχαίες λατινικές μεταφράσεις κ.ά.), έχοντας ως στόχο τους την εγγύτερη δυνατή προσέγγιση του αρχικού κειμένου (original text) της Καινής Διαθήκης, και όχι την αποκατάσταση του «ζωντανού κειμένου» (living text) στο πλαίσιο της βυζαντινής παράδοσης• β) θα ερευνήσει και θα αναδείξει ένα σημαντικό τμήμα της παράδοσης της αρχαίας Εκκλησίας, το οποίο ως τώρα δεν έχει αξιοποιηθεί επαρκώς• γ) θα προσφέρει ουσιαστικές υπηρεσίες κυρίως στις ελληνόφωνες Ορθόδοξες Εκκλησίες συμβάλλοντας στην επανέκδοση του κειμένου της Καινής Διαθήκης που χρησιμοποιείται στην καθημερινή λειτουργική τους πράξη• δ) θα προβάλει σε διεθνές επιστημονικό επίπεδο την τεράστιας πολιτιστικής αξίας και σημασίας κληρονομιά των ελληνικών χειρογράφων της Καινής Διαθήκης.

Διευθυντές του Τομέα ορίστηκαν με την ως άνω απόφαση οι εκ των μελών του Δ.Σ. της ΑΘΣ:

(1) Χρήστος Καρακόλης, Αν. Καθηγητής Καινής Διαθήκης Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος της Εκδοτικής Επιτροπής των κριτικών εκδόσεων της Καινής Διαθήκης “Nestle-Aland” και “Greek New Testament”, μέλος της Επιτροπής Επιστημονικών Εκδόσεων της Γερμανικής Βιβλικής Εταιρίας, μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της Studiorum Novi Testamenti Societas και αντιπρόεδρος της Επιτροπής της για την ανάπτυξη της Καινής Διαθήκης στην Ανατολική Ευρώπη, μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής του περιοδικού Early Christianity, του Colloquium Oecumenicum Paulinum και του Colloquium Ioanneum.

(2) Αικατερίνη Τσαλαμπούνη, Επικ. Καθηγήτρια Καινής Διαθήκης στο ΑΠΘ, μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της European Association of Biblical Studies, μέλος του Δ.Σ. της European Society of Women in Theological Research, μέλος της Society of Biblical Literature, του Colloquium Oecumenicum Paulinum και της Γενικής Συνέλευσης της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας.

Η ιστοσελίδα βρίσκεται σε κατάσταση αναβάθμισης

Thursday, March 22, 2001 Panagiotis Πενταετία 2000-2005 172
Τι σημαίνουν όμως όλα αυτά για τη ζωή μας; Η Εκκλησία ως κοινότητα εσχατολογική μπορεί να αναφέρεται σ' ένα έθνος και να αναμένει την δικαίωση της από το παρελθόν, ταυτιζόμενη με παγιωμένες μορφές και σχήματα; Και εφόσον τα Έσχατα έχουν ήδη εισβάλει στην Ιστορία, ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες από αυτή τη βιβλική και πατερική αντίληψη για την πολιτική και κοινωνική ζωή, τη φιλοσοφία, την επιστήμη, τον πολιτισμό, τις σχέσεις με τις άλλες θρησκείες; Είναι μερικά από τα θέματα που θα εξετάσει και θα συζητήσει στο χειμερινό πρόγραμμα της (2000-2001) η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος με ελεύθερη και χωρίς προϋποθέσεις συμμετοχή για τους εντός, αλλά και εκτός Βόλου. "Πιστεύω στην ερχόμενη Βασιλεία Τότε όλα τα χρώματα θα γίνουν ένα" Στίχοι από το Τραγούδι: I Still Haven't Found What I' m Looking For του συγκροτήματος U2 Περιλήψεις Ακαδημαϊκού Έτους 2000-2001
Tuesday, January 01, 2002 Panagiotis Πενταετία 2000-2005 409
Ορθοδοξία και Νεωτερικότητα Στη διάρκεια της χρονιάς που μας πέρασε (2000-01), προσεγγίζοντας το θέμα "Εκκλησία και Εσχατολογία", διαπιστώσαμε ότι το πλήρωμα, η ταυτότητα της Εκκλησίας δεν βρίσκεται στο παρελθόν αλλά στο μέλλον, στον ανακαινισμένο κόσμο της βασιλείας του Θεού, για τον οποίο οι χριστιανοί προσεύχονται και αγωνίζονται και ο οποίος έχει αρχίσει ήδη να φωτίζει και να επηρεάζει το παρόν και την ιστορία. Η εκκλησιαστική κοινότητα ζει και τρέφεται από το όραμα των Εσχάτων, γι αυτό και η Εκκλησία δεν αντλεί την υπόστασή της από καμμιά παγιωμένη δομή, από κανένα δεδομένο σχήμα που της έρχεται από το παρελθόν. Μ' άλλα λόγια η Εκκλησία δεν αντλεί την υπόστασή της απ' αυτό που είναι, αλλά απ' αυτό που θα γίνει στο μέλλον, στα Έσχατα. Φυσική συνέχεια της εσχατολογικής προβληματικής θα λέγαμε ότι αποτελεί η επιλογή του θέματος " Ορθοδοξία και Νεωτερικότητα ", που θα μας απασχολήσει τη φετεινή χρονιά. Εάν η Εκκλησία λοιπόν δεν ταυτίζεται με κανένα δεδομένο ιστορικό σχήμα του παρελθόντος, εάν ο πυρήνας της αλήθειας της δεν δεσμεύεται και δεν εξαντλείται από τα προγενέστερα παραδείγματα σχέσης κόσμου και Εκκλησίας, τότε είναι καιρός να πάψουμε να φοβόμαστε τη Νεωτερικότητα και ν' ανοίξουμε επιτέλους διάλογο μαζί της. Γιατί οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ουσιαστικά η συνάντηση αυτή δεν έλαβε ποτέ χώρα, ότι η γόνιμη αναμέτρηση - και γιατί όχι - η σύνθεση Ορθοδοξίας και Νεωτερικότητας παραμένει ζητούμενο. Η Ορθοδοξία μοιάζει να αποφεύγει συστηματικά αυτή τη συνάντηση, ενώ η Νεωτερικότητα φαίνεται να αγνοεί την Ορθοδοξία και την βαθύτερη αλήθεια της. Είναι θέμα προς συζήτηση βέβαια αν αυτή η αμοιβαία άγνοια και καχυποψία παραπέμπουν σε ριζική ασυμβατότητα των δύο μεγεθών (Ορθοδοξίας και Νεωτερικότητας) ή αν αντιθέτως οφείλονται σε ιστορικές συγκυρίες. Πράγματι, για ιστορικούς λόγους ο ορθόδοξος κόσμος δεν μετείχε οργανικά στο φαινόμενο της Νεωτερικότητας. Δεν έζησε από μέσα την Αναγέννηση, τη Μεταρρύθμιση και την Αντιμεταρρύθμιση, τους θρησκευτικούς πολέμους και το Διαφωτισμό, τη γαλλική και τη βιομηχανική επανάσταση, την ανάδυση του υποκειμένου και της ατομικότητας, τα δικαιώματα του ανθρώπου και το ουδετερόθρησκο εθνικό κράτος. Γνώρισε βέβαια στην επικράτειά του την οκτωβριανή επανάσταση και τους εκκοσμικευμένους μεσσιανισμούς μαρξιστικής κυρίως εμπνεύσεως - αδιανόητους έξω από το νεωτερικό παράδειγμα, καθώς επίσης και τους βαλκάνιους εθνικισμούς του 19ου και 20ου αιώνα. Ό,τι όμως χαρακτηρίστηκε ως κεκτημένο της Νεωτερικότητας μοιάζει να παρέμεινε ουσιαστικά ξένο προς την Ορθοδοξία που εξακολουθεί να έχει σοβαρές εκκρεμότητες με τη Νεωτερικότητα, γεγονός που για πολλούς ερμηνεύει τις σοβαρές δυσκολίες επικοινωνίας της με τον σύγχρονο κόσμο Το κρίσιμο λοιπόν ζήτημα που προβάλλει ύστερα απ' όλα αυτά συνοψίζεται στο παρακάτω ερώτημα: Η Ορθοδοξία σταμάτησε πριν τη Νεωτερικότητα; Σ' αυτό το θεμελιώδες ερώτημα έρχονται με τη σειρά τους να προστεθούν και ορισμένα άλλα: Η χριστιανική θεολογία λειτουργεί μόνο σε παραδοσιακά περιβάλλοντα, δανειζόμενη τα σχήματα και τις παραστάσεις της αγροτικής κοινωνίας, απ' όπου έχουν ξεπηδήσει οι λειτουργικοί συμβολισμοί, τα ρητορικά υποδείγματα του κηρύγματος, οι δομές της εκκλησιαστικής διοικήσεως κλπ; Έχει αποδεχτεί η Ορθοδοξία το κεκτημένο της Νεωτερικότητας και τις συνέπειες του στο θρησκευτικό πεδίο. Ή μήπως αναπολούμε οι ορθόδοξοι την επιστροφή στην προνεωτερικότητα, στο προ-μοντέρνο, αποστρεφόμενοι τις κατακτήσεις της νεωτερικότητας και εκλαμβάνοντας και αυτήν ακόμη τη μετανεωτερικότητα ως την revanche της Εκκλησίας έναντι της νεωτερικότητας, μιμούμενοι σε αυτό το σημείο την αντιμοντερνιστική αντίδραση της γαλλικής καθολικής Εκκλησίας, πριν η τελευταία αποδεχτεί τη νεωτερικότητα; Είναι για παράδειγμα συμβατά τα δικαιώματα του ανθρώπου με το ορθόδοξο ήθος και την ορθόδοξη παράδοση; Ορθοδοξία και Διαφωτισμός είναι κατ' ανάγκην μεγέθη αλληλοαποκλεινόμενα; Μπορεί να υπάρξει εκκλησιαστικός λόγος χωρίς την πρόσδεση στο κράτος και την αναφορά στην εθνική ιδεολογία; Είναι νοητή η χριστολογία και η θεολογία του προσώπου στον ορίζοντα της νεωτερικότητας και της ψυχαναλυτικής διερεύνησης; Ποια υπήρξε η σχέση Εκκλησίας και Αριστεράς και ποιος θα είναι ο λόγος της Εκκλησίας και της θεολογίας στην εποχή της μετανεωτερικότητας και της πολυπολιτισμικότητας; Τί είναι εν τέλει η Ορθοδοξία: θρησκεία του παρελθόντος και αγώνας για τη διατήρηση "ιστορικών προνομίων" ή πρόταση ζωής για το παρόν και το μέλλον; Περιλήψεις Ακαδημαϊκού Έτους 2001-2002